Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

χάρτινη φιγούρα



πρέπει να σ' έχω, ακούς;
πρέπει
είσαι κομμάτι που λείπει τώρα που λείπεις
σ' αγαπώ τόσο που μου οφείλεις
να σ' έχω
μου το χρωστάς
απλώνεις τα χέρια σου και γω τα δικά μου
και είμαστε ένα
σαν τις χάρτινες φιγούρες που ξεδιπλώνονται κολλημένες
ξημερώνει
και είναι το πρώτο πρωινό του κόσμου
δίπλα σου

διάφανο


                                                                                       Το' ξερα πως δεν έπρεπε να κάνουμε μπάνιο μαζί. 
                                                                                                 Τα πήρε όλα το νερό, χάθηκαν στο σιφόνι. 
                                                                                                                                          Το' ξερα γαμώτο. 
                                                                                                                                Τα κατάπιε το διάφανο. 
                                                                                                                                                 Με κατάπιες.












photo borrowed from: http://koitazeishvlepeis.blogspot.com/



Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

χνούδι




















και ύστερα έρχεται πάλι
θέλει να πιει κάτι από το λαιμό μου
διψά
μα εμένα το στόμα μου στεγνό
τρίζει
δεν είναι αργά ν' αρπάξει κάτι ακόμα
αποθέματα
τα σύνορα ξεχείλωσαν
δεν θυμάμαι που στέκομαι κι αν στέκομαι ακόμα
δεν ικετεύουν
μονάχα γονατιστοί οι άνθρωποι
σκορπίστηκα στον αέρα
διαλύομαι

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

φορτίο


έχω μια ομπρέλα πάνω μου
στάζουν από γύρω οι αναμνήσεις
η γαλήνη του μεσημεριού
τα σημάδια στην πλάτη μου
και το στόμα σου στάζει κι αυτό


βρέχει, λένε, στον τόπο σου.
εδώ να δεις βροχή.
εντός.


γλυκέ, ολοζώντανε μου θρύλε
ήθελα τόσο να περπατήσουμε ως το τέλος του κόσμου
κι ύστερα να κοιτάξουμε υποτιμητικά την αιωνιότητα

τώρα πια δεν υπάρχει τίποτα
ούτε φως
ούτε ψίχουλα από πρωινό
και τα μάτια μου δεν είναι πια και τόσο πράσινα

γι' αυτό θέλω να κρυφτώ στα σκοτάδια
εκατομμύρια ξυπνητήρια κουδουνίζουν
γιατί είναι ώρα να πεθάνω ξανά

το μυαλό μου γλιστράει από το βάρος
και βρέχει
δεν αντέχω πια να σέρνω πίσω μου αυτό το τίποτα

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

πεθαίνοντας νέοι

κουρασμένα δάχτυλα
χτυπούν τη μια λέξη μετά την άλλη
σε γραφομηχανή

"πριν από εσένα δεν ήξερα τι θα πει σπαραγμός"

το τσιγάρο σιγοκαίει
ξεχασμένο
μυαλό που δουλεύει σε ιλιγγιώδεις ρυθμούς

τρέχει, περνάει διαβάσεις απρόσεκτα
θόρυβος, πασαλείμματα φτηνά

τα δάχτυλα κατάκοπα χτυπούν ακόμα

"πότε επιτέλους θα πάψουν οι ανάπηρες ψυχές μας
να δίνουν κάλπικους όρκους;"

τα τέλη μας,
είναι πάντα κοντύτερα απ' όσο θα θέλαμε.



*για τον Lef.

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

εν δυνάμει

σου έχω πει εκατομμύρια φορές
πως το παλιόσπιτο με τις τρύπες χάθηκε
βυθίστηκε στην άμμο,
πίστεψέ με επιτέλους

όλα είναι εντάξει
και θέλω μόνο να γυρίσω στο σπίτι

ο πεθαμένος άντρας
μουρμουρίζει
πάρε ένα σπαθί και ξερίζωσε ότι έχει απομείνει μέσα μου

και να, πώς κάνεις κάποιον να σου ανήκει

οι επιδερμίδες των νεκρών
δείχνουν πολύτιμες
σαν ναοί

θα' πρεπε να γίνονται αγάλματα
και τα αντίγραφά τους
να μπορούσε να τα θαυμάσει κανείς
στα μουσεία του κόσμου

όμως,
ώσπου να γίνει ιδανικός τούτος ο κόσμος
τα ξανθά μαλλιά
θα μου θυμίζουν έντονα κάτι

θα αναρωτιέμαι πόσο δολοφόνος είναι
ο κάθε περαστικός
και πόσο θα' πρεπε να τον φοβάμαι 

Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

μην ενοχλείτε

τόση φασαρία.

δεν μπορεί πια κανείς,
ούτε το θάνατό του να απολαύσει.

μια πινακίδα, ίσως.
"μην ενοχλείτε. πεθαίνω."

ξέρεις, το καταλαβαίνω.

υπάρχουν εκείνοι που ζουν κάθε μέρα,
με τη γνώση πως κάποια στιγμή θα πεθάνουν.

και υπάρχουν και εκείνοι που πεθαίνουν κάθε στιγμή,
λαχταρώντας τη μέρα που θα ζήσουν.

αν ξέραμε μόνο,
να διαβάζουμε τα βλέμματα.

*

θυμάσαι εκείνο το ποίημα για τη θλίψη που διαβάζαμε παρέα;
ήταν χάλια, παραδέξου το.

θες να σου πω εγώ τί είναι θλίψη,
χωρίς να είμαι ποιητής;

είναι να έχεις κάνει το γκρίζο, δέρμα σου.
να το' χεις αγαπήσει.

και να ξέρεις πως από δω και μπρος τα χείλη σου, πάντα θα γέρνουν λιγάκι προς τα κάτω στις ακρούλες.

εγώ θα σου πω λοιπόν, τί είναι.

σκύψε.

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

απάντηση

-Όλο ένα χτύπο ακούω στην εξώπορτα. Πάω ως εκεί και ρωτάω: Ποιος;
Καμιά απάντηση δεν πήρα ποτέ.


-Χτυπώ την πόρτα κι ύστερα ακούω βήματα να πλησιάζουν. Κάποιος ρωτάει: Ποιος;
Καμιά απάντηση δε βρίσκω να δώσω.

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

τελεσίδικο


Ποτέ μου δεν συμπάθησα τις πόρτες. 
Πάντα υπάρχει η ανησυχία πως κάτι θα σου ξεφύγει ή ο φόβος πως κάτι θα τρυπώσει μέσα στο σπίτι ακάλεστο. 
Πιο πολύ όμως τις μίσησα όταν τις πρωτάκουσα να χτυπάνε δυνατά. 
Ήταν ο γδούπος που δηλώνει περίτρανα το απόλυτο, το αμετάκλητο. Το τελεσίδικο.
  

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

Θα' πρεπε να υπάρχει λιγότερη σιωπή

Θα' πρεπε να υπάρχει κάτι, να περιγράφει πώς αγγίζεις. 
Να εξηγεί τις κινήσεις σου όταν μιλάς ή όταν σωπαίνεις. 
Από το μέσο της παλάμης σου ως τις άκρες των δαχτύλων να υπήρχε τρόπος να φτιαχτεί ένα μονοπάτι. 
Κάπως να μάθαινε ο κόσμος πώς χαϊδεύεις και πώς σφίγγεις ότι σου ανήκει. 
Τον τρόπο που σπρώχνεις μακριά ότι μισείς. 
Ίσως, μια ιστορία που να λέει για δυο χέρια, τα δικά σου. 
Και για όλα τα μυστήρια που κατασκευάζουν τις νύχτες που ο κόσμος αρνείται να ξημερώσει. 
Όλες τις μουσικές του κόσμου να ακούσω, πάντα θα λείπει μια μελωδία για τα χέρια σου. 
Πλεγμένα πίσω από την μέση σου χαμηλά, ή χωμένα στις τσέπες και βαριεστημένα. 
Ο κόσμος ήταν και θα παραμένει μισός χωρίς τη μουσική σου. 

Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Στεγνός


Κρέμασε το παλτό της στην πλάτη της καρέκλας και κάθισε στο χαλί δίχως να ανάψει το φως. Στο τζάκι τρεμόπαιζε μια φλόγα που έφτιαχνε παράξενες σκιές στους τοίχους. Μερικές ψιχάλες, παρασύρθηκαν από τον αέρα και χτύπησαν δυνατά και ρυθμικά στο τζάμι κάνοντάς την να τιναχτεί ξαφνιασμένη. Κοίταξε το νεκρό σκυλί που κείτονταν δίπλα της ανέκφραστα και αναρωτήθηκε που να πήγαιναν άραγε οι ψυχές. Να χάνονται; Δεν μπορεί να χάνονται. Θα ήταν άδικο και έδιωξε αυτή τη σκέψη από το μυαλό της. 

Το σκυλί δεν τα κατάφερε. Μια μέρα απλά σταμάτησε να τρώει, λες και πείσμωσε και έκανε την επανάσταση του για κάτι. Με κανέναν τρόπο δεν κατάφερε να το συνεφέρει. Το είπε και ο γιατρός. "Κάναμε τα αδύνατα δυνατά". Ήταν άδικος κόπος. Εκείνο, είχε πάρει την απόφασή του. Για τρία-τέσσερα λεπτά, έσφιξε ότι υπήρχε μέσα της και προσπάθησε να κλάψει. Δίπλα της ήταν ξαπλωμένο το νεκρό σκυλί της και έπρεπε να θρηνήσει. Αυτό ήταν το λογικό. Τα μάτια της δεν δάκρυσαν καν. Παρέμεναν ανεξήγητα στεγνά.

Πού πάνε οι ψυχές; Αν μπορούσε μόνο να βρει μια απάντηση! Βγήκε έξω ξυπόλυτη. Πήρε το μονοπάτι που οδηγούσε στο δάσος με τα πυκνά δέντρα και τις φυλλωσιές. Τα πόδια της πατούσαν ξερόχορτα και κλαδιά, σκόνταφτε και χτυπούσε τα δάχτυλά της. Μα ούτε δάκρυ δεν κυλούσε. Κλάψε, πρέπει να κλάψεις. Έκανε γρηγορότερο το βήμα της, αγκομαχούσε και τα πόδια της μάτωσαν. Κλάψε. Έπιασε βροχή και μούσκεψε το πρόσωπό της από τις πρώτες στάλες. Κλάψε. Παραπάτησε και σε μια στιγμή βρέθηκε στο χώμα με λερωμένα τα ρούχα και τα χέρια της. Κλάψε που να σε πάρει ο διάολος! 

Δεν έβλεπε τίποτα μπροστά της. Η βροχή έπεφτε πυκνή ίσια στο χώμα, το μυαλό της είχε θολώσει και το σώμα της πονούσε. Έμεινε εκεί ξαπλωμένη κάμποσες ώρες με μια εικόνα καρφωμένη στα μάτια της. Πριν από χρόνια, όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί ξεφύλλιζε ένα βιβλίο που εξηγούσε τους κινδύνους που διατρέχουν τα παιδιά όταν ξεφεύγουν από την προσοχή των μεγάλων. Εκεί λοιπόν, κάπου μέσα σε εκείνο το τρομακτικό βιβλίο, είχε δει μια φωτογραφία από ένα παιδί που είχε απομακρυνθεί από τους γονείς του και είχε πέσει από μεγάλο ύψος. Ήταν ξαπλωμένο στο πεζοδρόμιο και τα σπασμένα του πόδια, λοξά και παράξενα, την έκαναν να ανατριχιάσει και να νιώσει έναν ανεξήγητο πόνο σε όλο το σώμα της. 

Το ίδιο είχε συμβεί και τότε. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της μα ούτε ένα από αυτά δεν κύλισε στα μάγουλά της. Ήθελε να μάθει τι είχε συμβεί σε εκείνο το παιδί. Ήθελε να ρωτήσει, αλλά δεν είχε μιλιά. Δεν ωφελούσε να τα σκέφτεται όμως αυτά πια, είχε δεχτεί τις καταστάσεις ως έχουν. Άλλωστε, από πολύ νωρίς το είχε πει ο γιατρός στους γονείς της, όταν κάθισαν όλοι μαζί γύρω από το μεγάλο τραπέζι στη σάλα με τα χέρια σταυρωμένα. "Δεν έχει φωνή το παιδί, δεν έχει δάκρυα. Κάναμε τα αδύνατα δυνατά."


Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

*


το καλοκαίρι που ήρθε
με διαλύει
μου τα παίρνει όλα
έξω από το παράθυρο
κάτω στο λιμάνι
φορτηγά και καράβια
κόκκινο, καφέ, κίτρινο
και στέγες γυρτές
μα εγώ έχω στραμμένη την προσοχή μου
στο εφτά, το οκτώ και το εννιά
βλέπω και σένα
με την πλάτη γυρισμένη
να κρύβεις τον ήλιο
και γύρω από τη φιγούρα σου
να ξεφεύγουν αχτίδες από τον ήλιο
το καλοκαίρι που ήρθε πιο γρήγορα 
απ' ότι ήλπιζα
με παγώνει

θα' θελα σήμερα να' γραφα κάτι καλύτερο
και λιγάκι πιο προσεγμένο
μα δεν μπορώ

ένας σωρός από λέξεις αταίριαστες 
και άνοστες
γιατί πέρασε ο χειμώνας που με έτρεφε
και σαπίζω

(εφτά, οκτώ και εννιά. πέρασε κιόλας ένας χρόνος; τότε, είναι απόλυτα φυσιολογικό να μη θυμάσαι το όνομα μου.)

πώς σε λένε κορίτσι μου;
ποια είσαι;

(πάντα όταν γράφω μεγάλα κείμενα, κάτι με παρασύρει και βάζω αποσιωπητικά κάθε λίγο.
για κάποιο λόγο πιστεύεις ότι εκεί θα βρεις το όνομά μου.)

δε θα στο χαλάσω
ψάξε, εμπρός.
δεν έχω τίποτα να φοβηθώ
πάει καιρός που έπαιξα πρόθυμα
και τα' χασα όλα
μου απέμεινε μόνο
κάθε επόμενος χειμώνας



 

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

δειλός


στο δρόμο κάτω
ο καθένας μόνος περπατούσε
πέρα δώθε
θλιμμένοι περαστικοί
και γω ανάμεσα στο μείνε
και στο φύγε
να μετράω τις γραμμές στο πεζοδρόμιο
καιγόντουσαν τα δάχτυλά μου
τα' τριβα
δεν ησυχάζαν
πείραξα λίγο τα μαλλιά
ίσιωσα την μπλούζα
ποτέ δεν ξέρεις
τα'σφιγγα
μα δεν ησυχάζαν
δεν το πάτησα ποτέ το κουδούνι σου
οι αποσκευές μου
στην άτακτη επιστροφή
πιο άδειες από ποτέ
δείλιασα

ηχώ



τα βράδια
το δέος έχει πια
καινούριο νόημα
χάδι
που πάνω απ' το πάχος της κουβέρτας
χάνεται

δεν πρόλαβα
να λουστώ τον ήλιο
που χύνεται απ' τ' ανοιχτό παράθυρο
δεν πρόλαβες και συ

το κεφάλι μου γέρνει βαρύ στον ώμο σου
ακόμα βαρύτερο
γέρνει
τις ώρες που λείπεις

στο κιτρινισμένο τετράδιο
φύλλαξα
την πρώτη σου ματιά
(όχι την τελευταία, αυτή είναι πάντα παγωμένη και θολή)
τίποτα πιο ολόκληρο δεν έχω

μ' όλο τον ήλιο που κρύβει μέσα

κλείνω το στόμα με το ένα χέρι
είπα πολλά
και με το δεύτερο
ψάχνω κούφιες νότες
κάθε βράδυ, κάθε βράδυ, κάθε βράδυ

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

δωρητής


[ "Αυτό στ' αλήθεια είναι το πιο δύσκολο πράγμα:
να κλείνει τ' ανοιχτό χέρι από αγάπη και να κρατήσεις τη σεμνότητά σου ως δωρητής."
Απόσπασμα από "Τάδε έφη Ζαρατούστρας, Το παιδί με τον καθρέφτη", Νίτσε. ]
 
 
 
 
 
 
 
 
μονάχα εκείνος που έχει προορισμό
ξέρει να ξεχωρίζει
τους καλούς ανέμους
εγώ πάντα ταξίδευα χωρίς χάρτες
και σ' ότι μπορούσε να με παρασύρει
δινόμουν
ψυχή μου είσαι τόσο αλλόκοτη
πασχίζω να σε διαβάσω
που για έναν αιώνα και περισσότερο
έδινες κι έδινες
είδα πως είναι καιρός να κλείσω τ' ανοιχτό χέρι
τώρα που μαθαίνω να μετρώ

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Le Soleil Rouge


 Ζω σ' ένα χωριό πλάι στη θάλασσα, ξεχασμένο από Θεούς και Δαίμονες. Τυχαία μ' έβγαλε εδώ ο δρόμος μου, και αποφάσισα να γεράσω σε τούτο τον τόπο. Οι κάτοικοι του χωριού δεν με κοιτούν, δεν μου μιλούν και δε μ' ακούνε. Ζω τη ζωή μου αργά και αθόρυβα. Δεν υπάρχουν ρολόγια εδώ να βιάζουν το χρόνο μου, ούτε ο θόρυβος από δείκτες να ενοχλεί τη γαλήνη μου. Συνήθησα τα παράδοξα χούγια τους, έμαθα τις συνήθειες και τις παραξενιές των ανθρώπων και ανήκω πια εδώ. Με αγνοούν και αυτή είναι η ζεστότερη φιλοξενία που μου προσφέρουν.
 Οι άνθρωποι του χωριού αυτού, ντύνονται με φύλλα δέντρων και τρέφονται με γάλα από άγρια ζώα. Προσεύχονται στα σύννεφα και τα ποτάμια. Έχουν απαρνηθεί τις λέξεις, τριγυρνούν θλιμμένοι και αμίλητοι. Κάποιοι από αυτούς, μην μπορώντας να αντέξουν την πίκρα που τους βασάνιζε, θέλησαν να κάνουν κακό στον εαυτό τους. Απέτυχαν όμως. Περιφέρονται λοιπόν μέσα στους αιώνες κρατώντας τα σωθικά τους στα χέρια, λες και πρόκειται για κάποιο πολύτιμο θησαυρό. Θρηνούν αδιάκοπα για τις υποσχέσεις που του δώσαν κάποτε, αλλά δεν τις τήρησε ποτέ κανένας.
 Ο ήλιος που ξημερώνει και δύει εδώ, δεν είναι ποτέ λαμπερός και κίτρινος. Έχει το χρώμα του αίματος. Είναι σκυθρωπός και κόκκινος. Το συνήθησαν πια τα μάτια μου και τον αγάπησα έτσι πορφυρό. Κάθε δειλινό λοιπόν ο ήλιος χαμηλώνει, αγγίζει τη θάλασσα στο βάθος του ορίζοντα και τρέχει σαν πλημμύρα ζεστό, αγνό αίμα που καταπίνει το γαλάζιο σπιθαμή προς σπιθαμή. Κατεβαίνουν όλοι τότε στην αμμουδιά, αφήνουν κατάχαμα τις φορεσιές τους και βουτούν εκστασιασμένοι στα κατακόκκινα νερά. Με τα μάτια καρφωμένα στον αιματοβαμμένο ήλιο τους, λούζουν ο ένας το κορμί του άλλου ευλαβικά, όπως πλένει μια μάνα με στοργή το παιδί της. Με κλαμμένα μάτια εξαγνίζονται και ελευθερώνουν τις αμαρτίες και τις ασχήμιες τους. Αγαπιούνται λίγο παραπάνω οι άνθρωποι μέσα στη θάλασσα, γίνονται όλοι κομμάτια όλων, και υψώνονται ενωμένοι.
 Έπειτα, τα παιδιά γυρνούν στα σπίτια και οι μεγαλύτεροι ξαπλώνουν στην άμμο και ζευγαρώνουν γαλήνια δακρυσμένοι, κάνοντας κι άλλα παιδιά. Το πρώτο φως της μέρας τους βρίσκει να κοιμούνται αγκαλιασμένοι, χαμένους στον βαθύτερο ύπνο, με την άμμο να καλύπτει κάπου-κάπου τα ματωμένα τους σώματα. Κάθε μέρα είναι ίδια στο χωριό του κόκκινου ήλιου, απαράλαχτος είναι και ο οδυρμός των ανθρώπων που κατοικούν εδώ. Αμίλητος παρατηρητής εγώ, περιφέρομαι ανάμεσα στις βασανισμένες υπάρξεις και προσεύχομαι για την πολυπόθητη ανακούφιση και παρηγοριά που λαχταράνε οι ψυχές τους. Καμιά φορά μόνο, όταν συμβαίνει και είναι το φεγγάρι ολόγιομο, επιτρέπουν στον εαυτό τους μια ανάσα χαράς.
 Ανεβαίνουν στο ψηλότερο σημείο του χωριού, εκεί που οι κορυφές των λόφων αγγίζουν απαλά τον ουρανό και παύουν για λίγα λεπτά το πένθος τους. Σηκώνουν τα μάτια ψηλά, κοιτόντας ίσια μπροστά την αστραφτερή μπάλα και ανοίγουν διάπλατα τα χέρια τους. Τότε σκίζονται τα στήθη τους στα δυο. Ανοίγουν διάπλατα χωρίς να πληγώνονται και χωρίς το παραμικρό ίχνος πόνου να διαγράφεται στα πρόσωπά τους και εκατομμύρια λευκά περιστέρια ξεχύνονται φτερουγίζοντας μέσα από τα κορμιά τους. Η τραγουδιστή προσευχή τους θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη μου, όσοι αιώνες κι αν συρθούν πάνω στο δέρμα μου. Τα παιδιά με ζωηρές φωνές, οι μεγαλύτεροι ταπεινά και οι γέροντες με τρεμάμενους και κουρασμένους ψιθύρους:

"το βασίλεμά σου άνθρωπε
πιότερη λάμψη σκορπάει κι από τη γέννησή σου ακόμα
σ' αυτή τη γη θα θυσιαστώ
η θάλασσα ησυχάζει και μ' ακούει το αίμα
δεν έχω φλέβα
πέρα από τ' άστρα φέγγει ένα τίποτα
όλα στα πόδια μας κείτονται
κράτα το βλέμμα σου
άνθρωπε χαμηλά"

Έπειτα, πέφτουν ένας-ένας κατάκοποι στα γόνατα, κρύβουν τα πρόσωπα μέσα στις παλάμες τους και επιστρέφουν στο κλάμα που θρέφει την κατατρεγμένη τους καρδιά. Λες και αυτό το θεσπέσιο θαύμα δεν συνέβη ποτέ. Λες και δεν συνέβη απολύτως τίποτα. Τότε κλαίω και γω, σκύβω το κεφάλι μου και κλαίω δυνατά για τις υποσχέσεις που μου δώσαν κάποτε, αλλά δεν τις τήρησε ποτέ κανένας.

έκπτωτος

















σερνόμαστε σαν σκουλήκια
ασθμαίνοντας
και μονάχα μια ερώτηση
πασχίζουμε να ικανοποιήσουμε:
-αγαπήθηκα;

στις εξώπορτες κρέμονται καρδιές
παλλόμενες
ροδοκόκκινες

είμαστε έκπτωτοι
και άγγελοι δεν υπήρξαμε ποτέ στ' αλήθεια
μας διώξαν μακριά απ' τον παράδεισο
πρέπει τώρα να βιώσουμε
την απώλεια
και τον μαρασμό

παιδί μου,
πού να βρω λόγια να σε παρηγορήσω;

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

ευχή




















θέλω να κάνω μια αρχή.
μια αρχή καινούρια, δικιά μου.
κι ας είναι αυτό το μόνο δικό μου που θα' χω.
που θα στέκομαι γυμνή μπροστά στον καθρέφτη, θα με κοιτάζω και δεν θα βλέπω τα σημάδια σου στο δέρμα μου.
που θα ακούω εκείνα τα λυπημένα τραγούδια και δεν θα λυπάμαι πια.
που θα μπορώ, θ' αντέχω, θα βαστάω να σε θυμάμαι σαν έναν κάποιον που απλά κάπου και κάποτε.
που θα αποφασίσω από ποιο σημείο μέσα μου αρπάχτηκες και δεν μπορώ να σε αποχωριστώ και θα το ξεριζώσω.
θα το ξεσκίσω βίαια και θα ζήσω χωρίς αυτό, χωρίς.
που θα πάψω να γράφω χαζά ποιήματα, και να κάνω χαζές σκέψεις και όνειρα χαζά και δεν θα είμαι πια σκουντούφλης.
που δεν θα' μαι εγώ και θα είμαι σκληρή.
που δεν θα' μαι εγώ και θα είμαι ψυχρή.
που δεν θα' μαι εγώ και θα είμαι άδεια.
που δεν θα' μαι εγώ και δεν θα ξυπνάω με τα μάτια κόκκινα.
ένα χρόνο μετά θέλω μια αρχή.
μια αρχή καινούρια, δικιά μου.
κι ας είναι αυτό το μόνο δικό μου που θα' χω.
απ' το τίποτα να τη χτίσω και να λείπεις εσύ.
δεν σε θέλω πια εδώ, σε διώχνω.
να φύγεις θέλω.
θέλω να κάνω μια αρχή που θα είμαι αλλιώτικη.
που θα λέω "δεν είσαι τίποτα για μένα" και θα το πιστεύω.
που θα πιστεύω σε κάτι ή θα πιστεύω γενικώς. 
κι ας είναι μια πίστη λειψή, μια ευχή στραβή και μια αυταπάτη ακόμα.

Αδαείς και Αχθοφόροι

όταν τρίζει η πόρτα
μέσα στη νύχτα
κάποιος τη σταματάει
σταματάνε και οι μιλιές
αυτή η φωνή δεν υποφέρεται
τα μυαλά σκορπούν
και στους καρπούς περνιούνται αλυσίδες
εισπνοές και εκπνοές
ζουν χωριστά
όλα τελειώνουν και αρχίζουν πάλι
στο χτύπο του λαιμού

Τότε ένα στόμα που υπάρχει πάνω μου και είναι μέρος του σώματός μου αρχίζει να ταιριάζει τις λέξεις και να μιλά. Μιλά γι' αυτά που με πονάνε όταν ξημερώνει και τραβιούνται οι σκιές μακριά από τα σκεπάσματά μου. Για τα κυκλάμινα που ρουφάνε άπληστα το νερό ως τα φύλλα. Μιλά για ένα κορίτσι με σκοτεινές σκέψεις και ένστικτα βίαια, που έχει το πιο αθώο πρόσωπο σε ουρανό και γη. Ακόμα και για τα στάχυα μιλάει και για το πως λυγάει ο χειμώνας άτσαλα το σώμα τους. Και όταν μιλά ακούω την κάθε λέξη λες και δεν την ξέρω και δεν μου ανήκει. Έτσι και η ανάσα σου. Απλώθηκε παντού πάνω στο σώμα μου μα έμεινε στο δέρμα μόνο. Μέσα μου τίποτα δεν κατάφερε να φτάσει, και τ' όνομά σου ούτε που το συγκράτησα. Αλήθεια στο λέω, λυπάμαι.

ο Ιταλός


ένα τσούρμο γατιά είχες μαζέψει στο σπίτι σου
ήσασταν μεγάλη οικογένεια
κανένας δεν σε χώνευε, βρώμιζες λέει τον τόπο
οι καθαροί και καθώς πρέπει γείτονες σε σνόμπαραν
εμάς ποτέ δεν μας ενόχλησες
αλλά είναι βλέπεις που εδώ το διαφορετικό και το αλλιώτικο
ενοχλεί
εσύ όμως ήξερες καλά που την έδινες την αγάπη σου
δε σ' ένοιαζε τί λέγανε
έστησες μια καλύβα δίπλα στη θάλασσα όταν σε διώξανε
απ' το χωριό, εκεί ζούσες και ξανάχτιζες αυτά που σου χαλούσαν
δε μ' έβγαζε ποτέ ο δρόμος από κει
και για πολύ καιρό δεν σ' είδα και δεν σε συνάντησα
πέθανε, άκουσα μια μέρα, ο Ιταλός
περαστικοί τον βρήκανε τυχαία
έκλαιγε η οικογένεια σου κι ύστερα ξεχάστηκες
ένα τσούρμο γατιά ορφάνεψαν με το χαμό σου
και βεβαιώθηκα πια πως τούτος ο κόσμος
δεν θα πάψει ποτέ να φέρεται άδικα
αριβεντέρτσι!

κρυφτό


θυμάμαι τις γυμνές σου πατούσες
πράσινο λάστιχο
να κάνουμε σφεντόνες
και τρύπες στους τοίχους
να σκαρφαλώνουμε
πέντα, δέκα, δεκαπέντε
κρυφτό
ή κλέφτες κι αστυνόμους
πάντα κλέφτης εγώ
μέχρι σήμερα
μύριζε ο τόπος θάλασσα, καρπούζι κρύο
και αθωότητα
ένα στήθος δυνατό
ανάσαινε σε κάθε στενό δρομάκι
και μεις γελούσαμε προκαταβολικά
γι' αυτό που είμαστε σήμερα
κρυμμένος θησαυρός
μα ακόμα ψάχνω αυτό που γύρευα τότε
είκοσι, εικοσιπέντε, τριάντα
τριάντα κοντεύουμε
αλλά ποτέ δεν θα πάψω
να κρύβομαι
ξυπόλιτη
 
 
 
 
Αφιερωμένο στον Φ.
Χρόνια και χρόνια παίζαμε κρυφτό
ή κλέφτες κι αστυνόμους τα καλοκαίρια
και προχτές που μ' είδε δεν μ' αναγνώρισε.
 

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

ακόμα λίγο

τίποτα δεν ξέρω και δεν έχω δει τίποτα
οι στιγμές που περνάνε όλα τ' αλλάζουν
οι περαστικές στιγμές αλλάζουν στο καθετί την όψη
κανέναν δεν έχω δει και δεν αναγνωρίζω κανέναν
το πρόσωπό σου είναι παντού και τα χέρια σου
ποτάμια που τρέχουν ασταμάτητα χωρίς να φτάνουν σε τέλος
μονάχα τρέχουν
όλου του κόσμου τους στεγνούς θα μπορούσες να ξεδιψάσεις
σε κάθε χέρι σου κρατάς έναν καημό και μια επιθυμία
μα όλα τα βιαστικά ποτάμια δεν σβήνουν τη δίψα μου
και η ζωή τελειώνει γρήγορα









τα χέρια σου, πόσα χέρια έχεις αλήθεια;
ακόμα λίγο, λίγο παραπάνω
δεν είναι αυτό το επώνυμο της δίψας μου
δεν ξεδιψώ
σε μια ολόκληρη ζωή που γρήγορα τελειώνει, δεν προφταίνω

εξώστης


 
σ' ένα εξώστη ζούμε
τις χαρές μας και τις λύπες
οι συγκινήσεις μας
στάζουν αυθάδικα στις μπροστινές θέσεις
μουτζώνουμε τ' άπειρο
που απλώνεται μπροστά μας
στις πρεμιέρες
του φωνάζουμε:
"εδώ και τώρα"
 

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

κίρα




















αρρώστια μεγαλύτερη
δεν υπάρχει
απ' τα ξένα χέρια

οι φωνές είναι κοφτερές εκεί
τσακίζονται στους τοίχους
και απλώνουν

βαρύς πού' ναι ο καημός μέσα μας
ότι είναι δικός μας
μυρίζει πικρό καλαμπόκι
και το γνωρίζουμε
τ' άλλα δεν τ' ακουμπάμε

γλύφουμε τις πληγές μας
μόνοι
να ζεσταθεί η φοβισμένη μας καρδιά

κλαίμε
που δεν έχουμε κάτι
να κρεμάσουμε στους τοίχους

Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

η Μεγάλη Ελευθερία


χαμηλοτάβανα δωμάτια
πάντα μου πλάκωναν
το στήθος
πάντα στα δωμάτια εκείνα
τρύπωναν σκιές
 
από τότε κοιμάμαι μόνο
μπρούμυτα
να μην έρχονται όνειρα στα μάτια μου
σκεπάζω με το σώμα
την καρδιά
να μην ακούγονται οι χτύποι
γιατί κάνει σαν τύμπανο
τις νύχτες
 
σαν ποδοβολητό αλόγων
ρυθμικό
όταν ξεχύνονται μέσα στα μεσάνυχτα
στις πλαγιές
με μάτια που αστράφτουν
και τρέχουν μανιασμένα
ώσπου
να τους σωθεί η ανάσα
απ' τη Μεγάλη Ελευθερία
 

*

 
γυρίζω τον κόσμο
με μια ερώτηση σκαμμένη στο δέρμα
 
"πότε πεθαίνουν οι άνθρωποι;"
 
μη μου σκοτίζεσαι όμως
εσύ μ'αυτά
 
εσύ μονάχα συνέχισε να είσαι εδώ
σκορπώντας χρώματα
 
και να έχεις μόνο
κατά νου
πως όσο δεν με ξεχνάς, θα ζω.
 

παραμύθι


είναι τα μάτια σου σκοτεινά
σαν πηγάδια
βλέπω μέσα τους το πρόσωπό μου
 
λένε πως
από το κλάμα των ανθρώπων
που χύνεται στη θάλασσα
γίνεται το νερό αλμυρό
 
και κάνει λέει
ύστερα βουτιά ο ήλιος
και χρωματίζει τα σύννεφα ένα-ένα
 
 
μέσα στα μάτια σου
βλέπω τα δακρυσμένα μου μάτια
νωρίς άρχισαν να με κυνηγάνε τα φαντάσματα
 
 
 
_φοβάμαι
 
 

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

χάος


η εκκωφαντική σιωπή
χτυπάει με λύσσα
τις πολυκατοικίες
και διαλύεται
πότε - πότε ακούγεται ένα κλάμα
μέσα απ' τις ρωγμές
ένας σπαρακτικός λυγμός
 
οι άνθρωποι έχουν πέσει
σε ύπνο βαθύ
όρθιοι
με τα πόδια ως τα γόνατα
θαμμένα στο τσιμέντο
μ' ενωμένα χέρια προσεύχονται
 
φεγγάρια κόκκινα και χρυσαφιά
θεόρατα
έχουν καταπιεί το αύριο
και γελούν χορτασμένα
 
τώρα που ξέρεις
πες μου αλήθεια
καμιά ελπίδα δεν υπάρχει
για τούτο τον κόσμο
πια;
 

Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

είπαν


λύγισε κάτω απ' τις οσμές
σφάλισε τα παράθυρα
λούφαξε
κι είπαν πως δαμάστηκε
 
φόρεσε χαμόγελα μάσκες
κλείδωσε τα μάτια
δάκρυσε
κι είπαν πως ξέχασε

σωθικά





γεννηθήκαμε χωρίς μάτια.
κανείς δεν μπορεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα
που βασανίζει το σύμπαν μας.
ποιος οδυρμός φυτρώνει στο σάπιο μας δέρμα οταν ερωτευόμαστε στα σκοτάδια;
ποιο πένθος κρύβεται κάτω από την τραγική μας αντανάκλαση;

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

κρίση

 
από που αρχίζει και που τελειώνει ο θάνατος;
προσοχή μην ξυπνήσουνε
τα όνειρα του νεκρού
προτιμά να μην τον ρωτάνε
ποιος είναι
ούτε γιατί ήρθε
ούτε τι θέλει
προτιμά να μένει κρυφό το πρόσωπό του
κανένας να μην κλαίει
και να είναι χαμηλωμένο το φως
καλπάζει ο θάνατος
όμορφος
 
(άλογα που καλπάζουν κοπάδι και σε γεμίζουν δέος
κατηφορίζουν από ξερές πλαγές
σέρνοντας σύννεφα σκόνης και λησμονιάς
ανεβαίνουν στα ψηλά και σαλτάρουν με φλογισμένες χαίτες
κουβαλάνε ψυχές στις ράχες και τα ανταριασμένα τους μάτια)
 
από που αρχίζει και που τελειώνει μια μαραμένη ζωή;
 
τι όμορφη που θα ήτανε!
μα πάνε χρόνια που δεν την είδα
και όλα κρίθηκαν πια
 

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

πιθανότητα






















* photo by Xazh Danah *


κουράστηκα
μα φοβάμαι να ξαποστάσω
η πιο ασήκωτη
η πιο ατέλειωτη και ξεκάθαρη απειλή
είναι αυτή
της παραίτησης
"εδώ έσβησε η τελευταία πνοή ενός σπουδαίου ηθοποιού"
όμως ποιος άφησε το γκάζι ανοιχτό;
μήπως εσύ;
οι πόρτες που χτυπούν ούτε που ακούγονται
πόρτες-φαντάσματα
το μόνο που νιώθω
είναι μια πλημμύρα να' ρχεται
φαίνεται
πως κάποιος δακρύζει στην άκρη της πόλης
το βουητό της
μου πλακώνει το στηθος
σαν λυγμός

Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

(Απο) Προσανατολισμός


εσύ θα ξεφυλλίζεις μια από αυτές
τις εφημερίδες που μισείς
και εγώ θα παριστάνω
πως διαβάζω κάτι λογοτεχνικό
θα' σαι ωραίος
και γω χαμένη
θα ξεφτίζω αμήχανα το χρώμα
στα νύχια μου
και εσύ θα κοιτάς επίμονα
το τασάκι
-τί μανία και αυτή να φαντάζομαι συνεχώς
μελλοντικές μας συναντήσεις;-
ο χρόνος μας τελειώνει όμως
μη χασομεράς
πρέπει τώρα να μου πεις πως ποτέ
δεν με ξέχασες
για να σου απαντήσω ότι άργησες πολύ
και να κάνω να φύγω
έτσι θα' χω πάρει μια κάποια
εκδίκηση
και λίγο από το αίμα μου πίσω
στη γωνιά δυο δρόμους παρακάτω
θα καθίσω κατάχαμα
και θα κλάψω μέχρι
να πεθάνω
εσύ θα σφυρίζεις μέσα από τα δόντια σου
"να πάρει, με μίσησε"

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

(απο) δοκιμασία


















δεν έχω όρια
κινούμαι ελεύθερα
μεταξύ γραφείου με κοφτερές
άκρες
και κρεβατιού στρωμμένο καρφιά
σε δοκιμάζω
τέσσερις τοίχοι
τέσσερις νότες στις γωνιές
δεν παίρνουν από λόγια
αυθάδικα με πείσμα μουρμουρίζουν
και εγώ τις βάζω
τιμωρία
μαζί και μένα
που δεν παραιτούμαι πια
παλεύω
τραβάω το σκοινί
φτάνω στο χείλος
αυτή τη φορά όμως δεν θα με ξεγελάσεις
πέθανα αρκετά
πριν πιούμε
στην υγειά του νέου βήματος
θα τσουγκρίσουμε  δυνατά
τα ποτήρια
να μπερδευτεί το κρασί μας
έτσι θα είμαι βέβαιη
πως
δε με φαρμάκωσες

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

ζαβολιές


αυτά τα λόγια
στα γράφω
με τ'αριστερό, με το αργό μου
χέρι
να σε μπερδέψω
μ' έναν άγνωστο γραφικό χαρακτήρα
να σε ζαλήσω
να μη μ' αναγνωρίσεις
και σβήνω το φως
να μη με καταλάβεις ούτε
από τη μυρωδιά μου
σου παίζω παιχνίδια απόψε
για να σε παρασύρω
στο σκοτάδι
να γελάσουμε σαν ζαβολιάρικα παιδιά
και μετά να μας πάρει
ο ύπνος
ιδρωμένους και κατάκοπους
από την έξαψη
του
απαγορευμένου
 

προς διερεύνηση


πάντα υπάρχει ένας δρόμος
 
το ερώτημα είναι: σε βαστάνε τα πόδια σου;

ξέπλυμα


ένα θέατρο είναι η ζωή
αν είσαι γρήγορος άπλωσε το χέρι
άρπαξε τον ρόλο τον πρωταγωνιστικό
πριν σε προλάβει κάποιος άλλος
δυο τρεις πράξεις
σ' ένα θέατρο, είναι η ζωή
άμα πέσει η αυλαία ξοφλήσαμε
κατάλαβες;
 
-Και ποιος σου είπε ότι θέλω να' μαι η πρωταγωνίστρια;
 
γίνε ταξιθέτρια λοιπόν
-νίπτω τας χείρας μου-
και αρκέσου σε μερικά φιλοδωρήματα
 

λαγνεία






"Γιατί μονάχα
τις ζωντανές που λάμπουν φλόγες βλέπεις
και δεν κοιτάς τί πίσω ακολουθεί;"

τί φωτιά λυσσομανάει
χορεύοντας στ' όνομά μου αρχαίους χορούς;
βήμα αργό
όπως μυστικά και ήσυχα πεθαίνει κάθε δισταγμός

η μεγαλύτερη πυρκαγιά
πάντα αναπιάνεται απ' το τίποτα
από ξεψυχισμένη
σπίθα
θέλοντας από τις κολασμένες φλόγες να γλιτώσω
αφήνομαι στο χέρι που μ' αρπάζει απ' τα μαλλιά
αφήνομαι

"και το κεφάλι μου όλο το βυθίζω
ωσότου καταπιώ νερό της λήθης"


ή μια φορά
στ' αλήθεια να πνιγώ


(Aποσπάσματα εντός εισαγωγικών: Dante, Θ.Κ., Καθαρτήριο, Άσμα XXIX)

αποχρώσεις


άσπρο και μαύρο
ο συνδυασμός
άσπρο και μαύρο
γιατί της άρεσε τόσο πολύ;
πήρε μια λέξη και την έβαλε βαθιά μέσα στο στόμα της
όπως θα έβαζε προσεκτικά
ένα μωρό παιδί για ύπνο
την κατάπιε χωρίς νερό
ύστερα πήρε μια ακόμα
την κατάπιε κι αυτήν
άσπρο και μαύρο
υπέροχο φωτεινό μαύρο και εκτυφλωτικό άσπρο
άσπρο και μαύρο σκεφτόταν τη στιγμή
που τα δάχτυλα του ύπνου
την έπαιρναν μακριά απ' το σώμα της
σε έναν ύπνο
που υπάρχουν και ενδιάμεσες αποχρώσεις
όχι μόνο
άσπρο για τον έρωτά του
και μαύρο
για τη ζήλεια της

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Διήγημα (Updated)

 Αυπνία

Δεν πρέπει να κοιμόμουν περισσότερο από μία ώρα, όταν ξαφνικά ένιωσα ξερό τον λαιμό μου και πετάχτηκα όρθιος, μουσκεμένος από τον ιδρώτα. Τα μάτια μου έτσουζαν και κατάλαβα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμηθώ ξανά. Έμεινα αρκετή ώρα να κοιτάζω τα σχέδια που δημιουργούνταν γύρω από τη βάση της λάμπας στο ταβάνι, από τις σκιές των αντικειμένων στο μισοσκόταδο. Απ'όταν ήμουν μικρός είχα αυτή τη συνήθεια. Έπεφτα να κοιμηθώ και τελικά έμενα ξαπλωμένος για ώρες ατελείωτες να χαζεύω τις σκιές στους τοίχους. Όσο ήμουν παιδί, μέσα στα σχήματά τους διέκρινα αθώες παραστάσεις και σκηνές από τα παραμύθια που μου διάβαζε η μάνα μου. Τα χρόνια όμως περνούσαν και αντί να ξεχαστεί κι αυτό σαν κάθε παιδιάστικη συνήθεια, οι σκιές με ακολουθούσαν και ωρίμαζαν μαζί μου. Δίχως να το πάρω είδηση, το σκοτάδι έγινε μόνιμος σύντροφός μου. Ακόμα και όταν δεν ήμουν κλεισμένος μέσα στο δωμάτιο μου με τα φώτα σβηστά, το σκοτάδι είχα στο νου μου και γυρνούσα γρήγορα σε αυτό αφού εκεί υπήρχαν οι σκιές. Μόνο εκείνες μπορούσαν να με παρηγορήσουν. Μόνο κοντά τους μπορούσα να βρω τις απαντήσεις στα ερωτήματα που με βασάνιζαν από παιδί. Πουθενά αλλού δεν άντεχα να είμαι ο εαυτός μου, και δεν ένιωθα ασφαλής και απόλυτα αποδεκτός. Τίποτα δεν με ικανοποιούσε τόσο, όσο το να κάθομαι στο σκοτάδι. Δεν είχα διάθεση να δουλέψω, τα παράτησα όλα και ζούσα από τα λιγοστά χρήματα που έβγαζα από τις ποιητικές συλλογές που είχα εκδόσει κατά καιρούς. Αν και τώρα που το σκέφτομαι, πάνε μέρες που δεν αναρωτήθηκα αν πεινάω ή αν έχω χρήματα να αγοράσω φαγητό. Ούτε να βγω με φίλους να διασκεδάσω ήθελα. Δεν είχε καμιά ουσία. Έπρεπε να μείνω στο σκοτάδι μου ώσπου να καταφέρω να διώξω τους προβληματισμούς μου. Έπαψα λοιπόν να απαντώ στα τηλεφωνήματα φίλων και γνωστών και αφοσιώθηκα στο στόχο μου.


Trust

Ήμουν μόνο τριάντα χρονών, αλλά φαινόμουν πολύ μεγαλύτερος από την ηλικία μου. Φυσικά αυτά είναι λόγια άλλων. Εγώ δεν έχω καμία άποψη επί του θέματος αφού δεν κοιτάζομαι ποτέ σε καθρέφτες. Στην πραγματικότητα, δεν μπορώ να απαντήσω με βεβαιότητα, αν μου ζητήσει κάποιος να του περιγράψω τον εαυτό μου, αφού ουσιαστικά δεν τον θυμάμαι. Ούτε έχω και καμία περιέργεια να τον θυμηθώ. Υπάρχουν άνθρωποι που καθρεφτίζονται παντού. Στο μπάνιο του σπιτιού τους, στα τζάμια των παρκαρισμένων αυτοκινήτων και τις εισόδους πολυκατοικιών. Πόσο τους λυπάμαι. Κάθε φορά που κοιτούν το είδωλό τους, ένα κομμάτι από την ψυχή τους χάνεται, μέχρι να γίνουν ζόμπι. Αυτή είναι η γνώμη μου και οι σκιές μου συμφωνούν απόλυτα. Τί θα πει πού το ξέρω; Μου το είπαν οι ίδιες. Βλέπεις, εδώ και λίγο καιρό, έχουν αρχίσει να μου μιλούν. Φαίνεται πως έχω κερδίσει την εμπιστοσύνη τους. Μπορώ να πω πως καταλαβαίνω απόλυτα τον λόγο. Κανένας άλλος στο παρελθόν δεν βρέθηκε, να τους αφοσιώθηκε τόσο πιστά όσο εγώ. Γι' αυτό είμαστε ένα πια, οι σκιές μου και γω. Για να τις ευχαριστήσω, τις υπακούω με κλειστά μάτια πια.  

διχοτόμηση


κάτω απ' τα βλέφαρα έχω
ξυράφια
που μοιράζουν τις λέξεις
στα δυο
μια κοφτερή διαστρέβλωση
του φαίνεσθαι
και του είναι
γίναν όλα
εσύ σε ποια όχθη στέκεις;
πίσω σου τί υπάρχει:
απάντησέ μου
ή σιώπησε για πάντα
απ' όσα είπες τίποτα δεν έκανες
δε θέλω άλλα μισόλογα
ούτε λόγια
κομμένα στη μέση
ριγμένα γεναιόδωρα στις σελίδες μου
 
να τα λες όλα
μα ύστερα όλα να τα κάνεις
μ' ακούς;
γιατί τις υποσχέσεις σου τις κράτησα
και περιμένω
υπομένοντας τα παραπάνω
στωικά
 

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

κλειδαρότρυπα


άνοιγα πόρτες κι όλο πόρτες έβλεπα
μπροστά μου
κι ένας λασπωμένος ελέφαντας
να στέκει
ατάραχος
δεν τον κουνάει κανείς αυτόν
ούτε η τρικυμία
να φτάνουν τα κύματα στα πόδια μου
και να μένω εκεί
ευθυτενής
μέτρα ένα - ένα τα χιλιοστά μου
τις έχουμε ζήσει τις σαπίλες μας
και θα γίνουμε τώρα
φως

το λιγότερο


όταν τα φύλλα μυρίζουν
σάπια βροχή
κι όλο κάτι χτυπάει στο τζάμι
με πιάνει απελπισία
η γνώση είναι αμόνι αβάσταχτο
να' χα τουλάχιστον ένα γατί να χαιδεύω
ή κάτι στον κήπο μου
να καταπιάνομαι
τέτοια ερημιά
ποτέ ξανά στον κόσμο δε φάνηκε
είμαι η μόνη που το ξέρει
όλοι οι άλλοι γύρω
ζουν σε μια φτηνή πλάνη
εικοσιεφταμαρτιουψιθυριζεικαποιος
λάθος!
θα'πρεπε να'ναι,
το λιγότερο
χειμώνας
 

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

αντάλλαγμα


ξύπνησα ένα πρωί
και ένιωσα πιο δυνατή από ποτέ
με μια βαθιά ανάσα
είπα,
θα σε σβήσω
 
δεν είσαι τίποτα εξάλλου
το χειροπιαστό
μια εμμονή
μια ιδέα
είσαι
 
και φυσικά
είπα,
για σένα δεν θα ξαναγράψω πια ποτέ
 
τότε άνοιξε διάπλατα
το χαζό μου
τετράδιο
και ξεχύθηκαν δάκρυα από μέσα
ποταμός
 
πώς να σε ξεχάσω
που είναι
σαν να καταπίνω θάλασσα;
πνίγομαι
κι όλα είναι για σένα
 
για σένα που έδινες σαν χείμαρος χωρίς τίποτα
να σου ζητήσω
μα μόλις άπλωσα το χέρι να πάρω
ξεράθηκες
και στέρεψες
 
από τότε σε περπατώ
και ας μου ματώνεις τις πατούσες
αφού άλλο δρόμο δε γνωρίζω απ' τον δικό σου
 
για σένα λοιπόν,
όλα για σένα
σαν αντάλλαγμα για όσα ξεγελιέμαι πως μου χάρισες
 

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

με πιστεύεις;




















η ζωή μου
είναι πια αυτή

θέα σε μια παλιά πόρτα
πάντα κλειστή
λίγος αέρας ίσα για να πούμε
πως ανασαίνουμε
εισπνοή
-εκπνοή-
κι αυτό ακόμα με κουράζει
δεν ζητάω
δεν επιθυμώ τίποτα
με πιστεύεις;

διάολε.
το μόνο που'θελα
να φεύγαμε μαζί

μα φαίνεται πως είναι γραφτό
να κουνάω μόνο στους άλλους το μαντήλι.

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Ο περιπλανώμενος


Μια μέρα φάνηκε στη μικρή μας πόλη ένας ξένος. Ένας περιπλανώμενος μ' ένα σακούλι στην πλάτη και δυο μάτια γεμάτα εικόνες και ιστορίες από μακρινούς τόπους.

Οι περισσότεροι σε στραβοκοίταξαν και ψιθύρισαν πως είσαι αλήτης. Ότι γυρνάς στον κόσμο χωρίς υπάρχοντα, χωρίς ταυτότητα και πατρίδα. Ότι δεν θυμάσαι ούτε από που ξεκίνησες, ούτε αν κάποιος σε περιμένει κάπου. Δεν σε πλησίαζαν λες και κουβαλούσες αρρώστια. Εσένα όμως δεν σε ένοιαζε και θέλησες να τους μιλήσεις για τα ταξίδια σου. Για μακρινές χώρες με ανθρώπους αλλιώτικους που λένε προσευχές σε θεούς που εμείς δεν γνωρίζουμε. Για δάση με δέντρα που δεν σταματούν ποτέ να ψηλώνουν και κάποτε θα αγγίξουν τον ουρανό με τα κλαδιά τους. Για αχανείς πεδιάδες με ποτάμια που κυλάνε ως το τέλος του κόσμου και ύστερα γυρνάνε ίσια πίσω και διηγούνται παραμύθια. Μα κανείς δεν θέλησε να σε ακούσει. Μάταια προσπάθησες να μπερδευτείς ανάμεσα τους. Τα χρώματα σου σε ξερνούσαν μακριά.

Παράξενος ήσουνα. Σε φοβηθήκανε για όλα αυτά που είχες δει και είχες γνωρίσει. Πήρανε μακριά σου τα παιδιά και τα δασκαλέψανε να κρατήσουν κλειστά τα αυτιά τους. Μην ξελογιαστούν και θελήσουνε. Μην πάρουν τα μυαλά τους αέρα και επιθυμήσουν κάτι περισσότερο από το χώμα που πατάνε. Κάτι πιο πέρα απ' ότι φτάνει να αγγίξει το χέρι τους.

Είχα σταθεί και σε κοιτούσα από μακριά. Πάλευες με όλες σου τις δυνάμεις να τραβήξεις μακριά παρωπίδες και να ανοίξεις αμπαρωμένες πόρτες. Δεν οφελούσε. Σε αγνοούσαν όλοι, περνούσαν από μέσα σου λες και ήσουν διάφανος. Δεν είναι επίπεδη η γη, τους εκλιπαρούσες να σε ακούσουν. Τόσο πολύ σε πονούσε η άρνηση τους που έπεσες κατάχαμα και σου σώθηκε η ανάσα.

Τότε κατάλαβα πως έπρεπε να επέμβω. Ξεκίνησα να' ρχομαι κοτά σου με μεγάλα βήματα και μόνο εσένα έβλεπα μπροστά μου. Όλα τα άλλα στις άκρες των ματιών μου έτρεχαν προς τα πίσω θολωμένα και αχνά. Δυο βήματα και σε πλησίαζα, δυο κι άλλο ένα. Άρχισες να τραγουδάς ένα νανούρισμα σε μια άγνωστη γλώσσα μα μια δυνατή κλοτσιά από έναν περαστικό σε έριξε στα γόνατα και κόπηκε η φωνή σου. Όχι όμως για πολύ. Τρία βήματα αργότερα το'χες πιάσει ξανά από την αρχή με πείσμα, κρατόντας το στήθος σου που έβραζε.

Μια πέτρα σε έριξε κάτω. Κι ύστερα άλλη μια. Κι άλλη. Έτρεχα πια, κοντά σου. Έκαναν κύκλο γύρω σου, όλοι με πέτρες στα χέρια να σε κάνουν να σωπάσεις. Γιατί δεν είχα αρχίσει να τρέχω νωρίτερα; Γιατί δεν σε προστάτευσα; Όταν βρέθηκα δίπλα σου ήταν πολύ αργά. Ο κόσμος παραμέρισε αμήχανα και το κορμί σου πρόβαλε, ένα πονεμένο κουβάρι, μέσα από το μπουλούκι. Και τότε σε είδαμε όλοι.

Να σηκώνεσαι και να φτύνεις αίμα. Μετά πράσινο, κίτρινο, μπλε και πάλι αίμα. Πράσινο, μωβ, πορτοκαλί. Ένα ουράνιο τόξο ξεχύθηκε από το στόμα σου και πότισε το χώμα. Περικύκλωσε τις πέτρες που έκαναν σωρό στα πόδια σου και βάλθηκε να σκαρφαλώσει τα κτίρια και τα δέντρα. Τινάχτηκες στον ουρανό μαζί με τα χρώματα και τις ιστορίες του κόσμου και έπαψες να κλαίς που δεν σε άκουσε κανείς.

Δεν ήταν έτοιμοι για σένα, αυτό είναι όλο. Oύτε θα είναι ποτέ, μα εσύ και αύριο πάλι εδώ θα είσαι.
Έτσι δεν είναι;

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

κατέβηκα

 
 
κι αν προσπαθώ
να γράψω κάτι που να μη σε αφορά
πάντα την αρχή
στη λευκή σελίδα την κάνει τ' όνομά σου
 
ο πρώτος δρόμος που περπάτησα
με κάθε σου
πνιγμένο βογγητό
να ξεριζώνει κομμάτια απ' το στήθος μου
 
τις πιο βαριές χειροπέδες μου περνούσε η ανάσα σου
 
όμως εσύ δεν φταις σε τίποτα
εσύ μου το' πες
 
"στείλε με τώρα στο διάολο να ξεμπερδεύουμε"
 
κατέβηκα εγώ αντί για σένα
μα ούτε εκεί κατάφερα να σε ξεχάσω
 
 

Ας Γίνει Φωτιά


με τα ίδια σου τα λόγια σου μιλώ
εσύ τα έφτιαξες κάτι για να γκρεμίσεις
και τώρα στα ψιθυρίζουν
τα χαλάσματα
 
με τα ίδια σου τα λόγια σου μιλώ
χωρίς ντροπή, γιατί
μ' αυτή ποτέ δε βγήκε τίποτα, ούτε ένα ρούχο
 
το' πες και συ
να λέω ακριβώς αυτό που σκέφτομαι
αλλιώς
τί ιστορίες θα διηγούμαι τα επόμενα χρόνια;
 
φλυαρούσα λοιπόν και γω
και το μόνο που έβγαζε νόημα απ' τα λόγια μου
ήταν το
Ας Γίνει Φωτιά
 
και αν είχαμε λίγο στο αίμα μας
από τον Ντε Σαντ
θα το σταλάζαμε ο ένας στο δέρμα του άλλου και ότι γίνει
Αλλά ότι γίνει.
 
μύριζες εσύ ότι δραπέτευε από τα μαλλιά μου
εγώ σ' ονειρευόμουν
μα εσύ με είχες
 
γιατί ήξερες να δίνεσαι
μα πιο καλά ήξερες να αρπάζεις
 
και εγώ περίμενα να έρθει το απρόσμενο
αφού μονάχα αυτό μπορούσες
να υποσχεθείς
 
ζήταγες σε μένα
και το ταξίδι και την Ιθάκη
πλεονέκτη
 
πώς να σου αρνιόμουν;
 
με πολεμούσες με τα ίδια μου τα όπλα
γι' αυτό ζω τώρα σ' ένα δέρμα
που δεν ανέχεται άλλο χάδι απ' το δικό σου.
 
 

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

βούλωσε το


και τότε μπορώ επιτέλους να σου μιλήσω
λύνεται η γλώσσα
στα λέω όλα με το Πι και με το Γαμα
τα δυο αυτά γράμματα
η αφετηρία και η άβυσσος
το τέλος και η αρχή
ή αντίστροφα;
ασήμαντο.

βλέπεις,
πάντα ήμουν ο άνθρωπος που σκέφτεται χίλια πράγματα
μα λέει το ένα
και αυτό το ένα
θα είναι πάντα το πιο λάθος
στο λέω για να τρομάξεις όσο είναι καιρός
και
ν' ανατιναχτείς.

*

σαν το σκυλί που επιστρέφει
στον αφέντη,
θα γυρίσει μετανιωμένη η αγάπη.



αχ, και να ήξερα να κλοτσώ!

ξέμεινα σ' ένα βλέμμα


δεν κλαίω
που να τα βρω τα δάκρυα;
μη με κοιτάς
 
ψάχνεις μέσα στα μάτια μου να βρεις
ποια είμαι
κι απο που έρχομαι
 
τρέχεις ξοπίσω μου
να δεις πώς ανοίγονται οι ρυτίδες κάτω
από τα φρύδια μου
 
δένω τα χέρια μου γύρω απ' τα γόνατα
γι' αυτά που καίνε και πονούν πια δεν μιλώ
 
γράφω ασταμάτητα απόψε
και σωπαίνω
για ότι καρφώνει βαθιά δεν μιλώ
γράφω και σωπαίνω
 
δεν κλαίω
που να τα βρω τα δάκρυα;
μη με κοιτάς..

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

άρρωστος χειμώνας


παραδομένος σε μια θλίψη μακρινή
που τη γλεντώ κι ας με σκορπάει σε κομμάτια
χάθηκε πια το φως στα δυο σου μάτια
το φως που βάφτιζε το πένθος μου γιορτή
 
γυρνώ ανάπηρος σε όαση στεγνή
ότι μου λείπει το κρατάς αιώνιο λάφυρο
ουρλιάζω κι η φωνή χτυπάει στ' άπειρο
εκεί που στέκεσαι αθώα και τυφλή
 
ξέμεινα εδώ να στροβιλίζομαι λειψός
άγνωστο χρώμα ντύνει τα δωμάτια ως πάνω
τ' αυτιά μου έσπαγε η σκέψη πως σε χάνω
κι όμως μπροστά σου σάλευα νωθρός
 
καταραμένος να αγαπώ ότι ξερνάς
κι ευλογημένος μες το χάος σου για χρόνια
βαριανασαίνω σ' ένα άρρωστο χειμώνα
κι εσύ που έταζες φτηνά με ξεγελάς.
 
 
 
 
Π. Ρ. Αφιερωμένο εξαιρετικά.
 

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

*


δεν με πειράζει
τόσο
που στερούμαι το χάδι σου.
 
 
ξέρεις πόσα χέρια έχει η μνήμη;

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

σύραξη


άδικα κούραζα τα μάτια μου
τα σχήματα
δεν είχαν καμία λογική σειρά
ούτε κατάφερα
να τετραγωνίσω τις στρογγυλές λέξεις
τ' άφησα όλα πάνω τους λοιπόν
παραιτήθηκα
και περίμενα ως την αυγή
 
βασιλιάδες περνούν, παρέλαση μπροστά μου
κεφάλια αξιωματικών
κρεμασμένα στη σέλα των αλόγων
τον πήραμε
τον πόλεμο, ησυχάσαμε τώρα και μεις
 
δεν γινόταν αλλιώτικα
έπρεπε να πετύχει
κι όσο τα σκέφτομαι
το βλέμμα καρφωμένο στο ποτήρι
μ' ένα ολόκληρο
γλόμπο μέσα του
να λαμπυρίζει τις γυάλινες φλέβες
 
ένα παλιό σχέδιο μάχης
απλωμένο
πέρα ως πέρα στ' ανοιχτό βιβλίο
ηρεμεί τα μάτια μου
πολλοί πεθάνανε και πολλοί
ήρθανε στη ζωή
σ' αυτή τη μάχη
 
το κρασί πέφτει κομμάτι-κομμάτι
μέσα απ' το φως
και γεμίζει ως τα χείλια
τ' αδειανό ποτήρι
σου λέω, νικήσαμε
καιρός να ησυχάσουμε τώρα και μεις.