Ζω σ' ένα χωριό πλάι στη θάλασσα, ξεχασμένο από Θεούς και Δαίμονες. Τυχαία μ' έβγαλε εδώ ο δρόμος μου, και αποφάσισα να γεράσω σε τούτο τον τόπο. Οι κάτοικοι του χωριού δεν με κοιτούν, δεν μου μιλούν και δε μ' ακούνε. Ζω τη ζωή μου αργά και αθόρυβα. Δεν υπάρχουν ρολόγια εδώ να βιάζουν το χρόνο μου, ούτε ο θόρυβος από δείκτες να ενοχλεί τη γαλήνη μου. Συνήθησα τα παράδοξα χούγια τους, έμαθα τις συνήθειες και τις παραξενιές των ανθρώπων και ανήκω πια εδώ. Με αγνοούν και αυτή είναι η ζεστότερη φιλοξενία που μου προσφέρουν.
Οι άνθρωποι του χωριού αυτού, ντύνονται με φύλλα δέντρων και τρέφονται με γάλα από άγρια ζώα. Προσεύχονται στα σύννεφα και τα ποτάμια. Έχουν απαρνηθεί τις λέξεις, τριγυρνούν θλιμμένοι και αμίλητοι. Κάποιοι από αυτούς, μην μπορώντας να αντέξουν την πίκρα που τους βασάνιζε, θέλησαν να κάνουν κακό στον εαυτό τους. Απέτυχαν όμως. Περιφέρονται λοιπόν μέσα στους αιώνες κρατώντας τα σωθικά τους στα χέρια, λες και πρόκειται για κάποιο πολύτιμο θησαυρό. Θρηνούν αδιάκοπα για τις υποσχέσεις που του δώσαν κάποτε, αλλά δεν τις τήρησε ποτέ κανένας.
Ο ήλιος που ξημερώνει και δύει εδώ, δεν είναι ποτέ λαμπερός και κίτρινος. Έχει το χρώμα του αίματος. Είναι σκυθρωπός και κόκκινος. Το συνήθησαν πια τα μάτια μου και τον αγάπησα έτσι πορφυρό. Κάθε δειλινό λοιπόν ο ήλιος χαμηλώνει, αγγίζει τη θάλασσα στο βάθος του ορίζοντα και τρέχει σαν πλημμύρα ζεστό, αγνό αίμα που καταπίνει το γαλάζιο σπιθαμή προς σπιθαμή. Κατεβαίνουν όλοι τότε στην αμμουδιά, αφήνουν κατάχαμα τις φορεσιές τους και βουτούν εκστασιασμένοι στα κατακόκκινα νερά. Με τα μάτια καρφωμένα στον αιματοβαμμένο ήλιο τους, λούζουν ο ένας το κορμί του άλλου ευλαβικά, όπως πλένει μια μάνα με στοργή το παιδί της. Με κλαμμένα μάτια εξαγνίζονται και ελευθερώνουν τις αμαρτίες και τις ασχήμιες τους. Αγαπιούνται λίγο παραπάνω οι άνθρωποι μέσα στη θάλασσα, γίνονται όλοι κομμάτια όλων, και υψώνονται ενωμένοι.
Έπειτα, τα παιδιά γυρνούν στα σπίτια και οι μεγαλύτεροι ξαπλώνουν στην άμμο και ζευγαρώνουν γαλήνια δακρυσμένοι, κάνοντας κι άλλα παιδιά. Το πρώτο φως της μέρας τους βρίσκει να κοιμούνται αγκαλιασμένοι, χαμένους στον βαθύτερο ύπνο, με την άμμο να καλύπτει κάπου-κάπου τα ματωμένα τους σώματα. Κάθε μέρα είναι ίδια στο χωριό του κόκκινου ήλιου, απαράλαχτος είναι και ο οδυρμός των ανθρώπων που κατοικούν εδώ. Αμίλητος παρατηρητής εγώ, περιφέρομαι ανάμεσα στις βασανισμένες υπάρξεις και προσεύχομαι για την πολυπόθητη ανακούφιση και παρηγοριά που λαχταράνε οι ψυχές τους. Καμιά φορά μόνο, όταν συμβαίνει και είναι το φεγγάρι ολόγιομο, επιτρέπουν στον εαυτό τους μια ανάσα χαράς.
Ανεβαίνουν στο ψηλότερο σημείο του χωριού, εκεί που οι κορυφές των λόφων αγγίζουν απαλά τον ουρανό και παύουν για λίγα λεπτά το πένθος τους. Σηκώνουν τα μάτια ψηλά, κοιτόντας ίσια μπροστά την αστραφτερή μπάλα και ανοίγουν διάπλατα τα χέρια τους. Τότε σκίζονται τα στήθη τους στα δυο. Ανοίγουν διάπλατα χωρίς να πληγώνονται και χωρίς το παραμικρό ίχνος πόνου να διαγράφεται στα πρόσωπά τους και εκατομμύρια λευκά περιστέρια ξεχύνονται φτερουγίζοντας μέσα από τα κορμιά τους. Η τραγουδιστή προσευχή τους θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη μου, όσοι αιώνες κι αν συρθούν πάνω στο δέρμα μου. Τα παιδιά με ζωηρές φωνές, οι μεγαλύτεροι ταπεινά και οι γέροντες με τρεμάμενους και κουρασμένους ψιθύρους:
"το βασίλεμά σου άνθρωπε
πιότερη λάμψη σκορπάει κι από τη γέννησή σου ακόμα
σ' αυτή τη γη θα θυσιαστώ
η θάλασσα ησυχάζει και μ' ακούει το αίμα
δεν έχω φλέβα
πέρα από τ' άστρα φέγγει ένα τίποτα
όλα στα πόδια μας κείτονται
κράτα το βλέμμα σου
άνθρωπε χαμηλά"
Έπειτα, πέφτουν ένας-ένας κατάκοποι στα γόνατα, κρύβουν τα πρόσωπα μέσα στις παλάμες τους και επιστρέφουν στο κλάμα που θρέφει την κατατρεγμένη τους καρδιά. Λες και αυτό το θεσπέσιο θαύμα δεν συνέβη ποτέ. Λες και δεν συνέβη απολύτως τίποτα. Τότε κλαίω και γω, σκύβω το κεφάλι μου και κλαίω δυνατά για τις υποσχέσεις που μου δώσαν κάποτε, αλλά δεν τις τήρησε ποτέ κανένας.