Έχω ένα ξύλινο μπαουλάκι. Ούτε μεγάλο ούτε μικρό δεν το λες. Δεν θα χωρούσε μέσα ένα ζευγάρι παπούτσια λόγου χάρη, αλλά μοιάζει με κείνα που πάμε δώρο με κάποιο ποτό. Έχει ένα μικρό λουκέτο απ' έξω, μα δεν σκέφτηκα ποτέ να το κλειδώσω. Κλειστό, έτσι κι αλλιώς, είναι πάντα ακίνδυνο. Έχω φυλλάξει μέσα μια φωτογραφία με λιγάκι σοβαρό και άγριο ύφος που τραβήχτηκε μόνο για μένα (ή τουλάχιστον έτσι μου είπαν), όλα τα γράμματα που δεν τόλμησα ποτέ να στείλω, και μουσικές.
Δεν ξέρω πότε και με ποιο τρόπο, αλλά κάποια στιγμή που θα ήμουν φαίνεται αφηρημένη, τρύπωσαν μέσα και δυο χέρια. Δυο χέρια λευκά, δυνατά με σκληρό δέρμα. Κάθε φορά λοιπόν που τ' ανοίγω, με φοβερίζουν. Ακούγεται ένα διαπεραστικό σφύριγμα που κουνάει την κουρτίνα μου και αγχώνει το χρυσόψαρο, σαν φρένα που τρίζουν να φανταστείς, και ξεπετάγονται ανάμεσα από τους φακέλους με τα γραμματόσημα τα χέρια, μ' αρπάζουν από το λαιμό και με σφίγγουν.
Μια φορά, παραλίγο να έχουμε ατύχημα. Ίσως και να είχαμε δηλαδή, αναλόγως πώς το αντιλαμβάνεται κανείς. Πισωπάτησα απρόσεκτα να τ' αποφύγω, γλίστρησα και πέφτοντας χτύπησα το κεφάλι μου σε κάποιο έπιπλο. Έμεινα εκεί λιπόθυμη περίπου ένα χρόνο, μέχρι να με ξυπνήσει τελικά ο χειμώνας που όρμησε μέσα από το παράθυρό μου. Το μπαουλάκι έχασκε ανοιχτό στο πάτωμα και τα χέρια έκαναν χειρονομίες και με κορόιδευαν. Έβαλα τα κλάματα και τα καλόπιασα, αλλά το μόνο που έκαναν ήταν να σταυρώσουν τα δάχτυλά τους.
Τα απείλησα με ένα κλαδευτήρι μια μέρα, μ' αυτό που έχει ο πατέρας μου για τις τριανταφυλλιές αλλά άρχισαν να χτυπούν τα δάχτυλά τους δυνατά και να κουνιούνται πέρα δώθε και δεν κατάφερα να τα πετύχω. Φωτιά δίστασα να χρησιμοποιήσω, μήπως πάει κάτι στραβά και καούν τα γράμματά μου. Δεν μου μιλούν, μόνο χειροκροτούν και ορμάνε να με πιάσουν, έτσι δεν ξέρω τις ακριβείς προθέσεις τους. Ακόμα και από τα μαλλιά με άρπαξαν ένα βράδυ. Με τράβηξαν τόσο δυνατά, που ένιωσα το λαιμό μου να τεντώνεται έτοιμο να σπάσει και μετά αποτραβήχτηκαν και άρχισαν να μιλούν στη νοηματική. Δεν κατάλαβα τίποτα.
Όλοι οι άνθρωποι, δυο χέρια δεν ψάχνουν πάντα; Δυο χεριών το αγκάλιασμα, το χάδι, την επιβράβευση ή τη συμμόρφωση ζητάνε, και γω που έχω δυο χέρια κατάδικά μου τα φοβάμαι. Τα ονειρεύομαι τη νύχτα να ορμάνε με τεντωμένα δάχτυλα να μου βγάλουν τα μάτια, να μου τσιμούν δυνατά το δέρμα και να μου αφήνουν σκούρα σημάδια, να με σπρώχνουν μακριά και ύστερα να με τραβάνε πάλι πίσω με τη βία. Τα βλέπω μέσα στον ύπνο μου να με αγγίζουν ύποπτα, να καίνε και ξαφνικά να γίνονται κρύα σαν κρύσταλλο, να με προσβάλλουν και να με μουτζώνουν. Μετά τυλίγονται γύρω μου και τ' όνειρο γίνεται χειρότερο από εφιάλτης. Σκληραίνουν, γίνονται αλυσίδες και με στραγγαλίζουν. Και όλα αυτά, κάθε φορά που αποφασίζω ν' ανοίξω το μπαουλάκι με τις αναμνήσεις. Δεν κοιμούνται, δεν ξεκουράζονται, δεν ξεχνιούνται, δεν βαριούνται ποτέ. Είναι εκεί και με περιμένουν. Κάθε φορά που πάω να σε θυμηθώ, κινδυνεύω.
0 χαζα:
Δημοσίευση σχολίου